1Μασχίλ του Εθάν
2Επειδή, είπα: Το έλεός σου θα θεμελιωθεί στον αιώνα· στους ουρανούς θα θεμελιώσεις την αλήθεια σου.
3«Έκανα διαθήκη με τον εκλεκτό μου· ορκίστηκα στον Δαβίδ τον δούλο μου·
4θα στερεώσω το σπέρμα σου στον αιώνα, και θα οικοδομήσω τον θρόνο σου σε γενεά και γενεά»· (Διάψαλμα)·
5και οι ουρανοί θα υμνούν τα θαυμάσιά σου, Κύριε· και η αλήθεια σου θα εξυμνείται στη σύναξη των αγίων.
6Επειδή, ποιος μπορεί να εξισωθεί στον ουρανό με τον Κύριο; Ποιος ανάμεσα στους γιους των δυνατών μπορεί να ομοιωθεί με τον Κύριο;
7Ο Θεός είναι υπερβολικά φοβερός στη βουλή των αγίων, και σεβαστός σε όλους όσους βρίσκονται ολόγυρά του.
8Κύριε, Θεέ των δυνάμεων, ποιος είναι όμοιός σου; Είσαι δυνατός, Κύριε, και η αλήθεια σου είναι ολόγυρά σου.
9Εσύ δεσπόζεις την έπαρση της θάλασσας· όταν σηκώνονται τα κύματά της, εσύ τα ταπεινώνεις.
10Εσύ σύντριψες τη Ραάβ σαν τραυματία· με τον βραχίονα της δύναμής σου διασκόρπισες τους εχθρούς σου.
11Δικοί σου είναι οι ουρανοί, και δική σου είναι η γη· την οικουμένη και το πλήρωμά της, εσύ τα θεμελίωσες.
12Τον βορρά και τον νότο, εσύ τους έκτισες· το Θαβώρ και το Αερμών θα χαίρονται υπερβολικά στο όνομά σου.
13Έχεις ισχυρό τον βραχίονα· το χέρι σου είναι κραταιό· το δεξί σου χέρι είναι υψηλό.
14Η δικαιοσύνη και η κρίση είναι η βάση τού θρόνου σου· το έλεος και η αλήθεια θα προπορεύονται μπροστά από το πρόσωπό σου.
15Μακάριος ο λαός που γνωρίζει αλαλαγμό· θα περπατούν, Κύριε, στο φως τού προσώπου σου.
16Στο όνομά σου θα αγάλλονται όλη την ημέρα· και στη δικαιοσύνη σου θα υψωθούν.
17Επειδή, εσύ είσαι το καύχημα της δύναμής τους· και με την ευμένειά σου θα υψωθεί το κέρας μας.
18Επειδή, ο Κύριος είναι η ασπίδα μας· ο Άγιος του Ισραήλ, ο βασιλιάς μας.
19Τότε, μίλησες στον όσιό σου με όραμα, και είπες: Έβαλα βοήθεια επάνω στον δυνατό· ύψωσα έναν εκλεκτό από τον λαό·
20βρήκα τον Δαβίδ τον δούλο μου· τον έχρισα με το άγιο λάδι μου·
21το χέρι μου θα τον στερεώνει· και ο βραχίονάς μου θα τον ενδυναμώνει.
22Εχθρός δεν θα υπερισχύσει εναντίον του· ούτε γιος ανομίας θα τον ταλαιπωρήσει.
23Και θα κατακόψω τους εχθρούς του από μπροστά του· κι αυτούς που τον μισούν θα τους κατατροπώσω.
24Μάλιστα, η αλήθεια μου και το έλεός μου θα είναι μαζί του· και στο όνομά μου θα υψωθεί το κέρας του.
25Και θα βάλω το χέρι του επάνω στη θάλασσα, και το δεξί του χέρι επάνω στους ποταμούς.
26Αυτός θα κράξει σε μένα: Είσαι πατέρας μου, Θεός μου, και πέτρα τής σωτηρίας μου.
27Εγώ, βέβαια, θα τον κάνω πρωτότοκό μου, ύψιστον επάνω στους βασιλιάδες τής γης.
28Θα φυλάττω σ' αυτόν το έλεός μου για πάντα, και η διαθήκη μου θα είναι μαζί του στερεή.
29Και θα κάνω ώστε το σπέρμα του να παραμένει στον αιώνα, και ο θρόνος του όπως οι ημέρες τού ουρανού.
30Αν οι γιοι του εγκαταλείπουν τον νόμο μου, και δεν περπατήσουν στις κρίσεις μου·
31αν παραβούν τα διατάγματά μου, και δεν φυλάξουν τις εντολές μου·
32τότε, θα επισκεφθώ τις παραβάσεις τους με ράβδο, και τις παρανομίες τους με πληγές.
33Το έλεός μου, όμως, δεν θα αφαιρέσω απ' αυτόν ούτε θα σταθώ αναληθής ενάντια στην αλήθεια μου.
34Δεν θα παραβώ τη διαθήκη μου ούτε θα αθετήσω ό,τι βγήκε από τα χείλη μου.
35Μια φορά ορκίστηκα στην αγιότητά μου, ότι δεν θα ψευστώ στον Δαβίδ.
36Το σπέρμα του θα παραμένει στον αιώνα, και ο θρόνος του όπως ο ήλιος, μπροστά μου·
37θα στερεωθεί στον αιώνα όπως το φεγγάρι, και μάρτυρας πιστός στον ουρανό. (Διάψαλμα).
38Αλλά, εσύ απέβαλες και βδελύχθηκες, οργίστηκες ενάντια στον χρισμένο σου·
39ακύρωσες τη διαθήκη του δούλου σου· βεβήλωσες το διάδημά του μέχρι τη γη·
40έσπασες μέχρι κάτω τους φραγμούς του· αφάνισες τα οχυρώματά του·
41τον διαρπάζουν όλοι αυτοί που διαβαίνουν τον δρόμο· καταστάθηκε όνειδος στους γείτονές του·
42ύψωσες το δεξί χέρι εκείνων που ήσαν εναντίον του· εύφρανες τους εχθρούς του·
43μάλιστα, το κοφτερό μέρος τής ρομφαίας το άμβλυνες, και δεν τον στερέωσες στη μάχη·
44έκανες να σταματήσει η δόξα του, και έρριξες τον θρόνο του καταγής·
45λιγόστεψες τις ημέρες τής νιότης του· τον έντυσες με ντροπή. (Διάψαλμα).
46Μέχρι πότε, Κύριε; Θα κρύβεσαι για πάντα; Θα καίει η οργή σου σαν φωτιά;
47Θυμήσου πόσο σύντομος είναι ο καιρός μου, με ποια ματαιότητα έπλασες όλους τούς γιους των ανθρώπων.
48Ποιος άνθρωπος θα ζήσει, και δεν θα δει θάνατο; Ποιος θα λυτρώσει την ψυχή του από το χέρι τού άδη; (Διάψαλμα).
49Πού είναι, Κύριε, τα αρχαία ελέη σου, τα οποία ορκίστηκες στον Δαβίδ μέσα στην αλήθεια σου;
50Θυμήσου, Κύριε, τον ονειδισμό των δούλων σου, που φέρνω στον κόρφο μου από τόσους πολυάριθμους λαούς·
51με τον οποίο ονείδισαν οι εχθροί σου, Κύριε· με τον οποίο ονείδισαν τα βήματα του χρισμένου σου.
52Ευλογητός ο Κύριος στον αιώνα. Αμήν, και αμήν.