1Ψαλμός τού Δαβίδ, όταν βρισκόταν στην έρημο του Ιούδα. ΘΕΕ, εσύ είσαι ο Θεός μου· σε ζητάω από το πρωί· σε διψάει η ψυχή μου, σε ποθεί η σάρκα μου, μέσα σε γη έρημη, ξερή, και άνυδρη·
2για να βλέπω τη δύναμή σου και τη δόξα σου, καθώς σε είδα στο αγιαστήριο.
3Επειδή, το έλεός σου είναι καλύτερο από τη ζωή· τα χείλη μου θα σε επαινούν.
4Έτσι θα σε ευλογώ στη ζωή μου· και στο όνομά σου θα υψώνω τα χέρια μου.
5Σαν από πάχος και μεδούλι θα χορτάσει η ψυχή μου, και με χείλη αγαλλίασης θα υμνεί το στόμα μου,
6όταν στο κρεβάτι μου σε θυμάμαι, σε σένα μελετώ στις φυλακές τής νύχτας.
7Επειδή, στάθηκες βοήθειά μου, γι' αυτό, κάτω από τη σκιά των πτερύγων σου θα χαίρω.
8Η ψυχή μου προσκολλήθηκε πίσω από σένα· το δεξί σου χέρι με υποστηρίζει.
9Και εκείνοι που ζητούν την ψυχή μου, για να την εξολοθρεύσουν, θα μπουν στα κατώτατα μέρη τής γης·
10θα πέσουν με ρομφαία· θα είναι μερίδα σε αλεπούδες.
11Και ο βασιλιάς θα ευφρανθεί στον Θεό· θα δοξαστεί κάθε ένας που ορκίζεται σ' αυτόν· επειδή, το στόμα εκείνων που μιλούν ψέματα, θα κλειστεί.