1Στον μαέστρο, σε τόνο Αλ-τασχέθ, Μικτάμ τού Δαβίδ. ΤΑΧΑ, μιλάτε στ' αλήθεια δικαιοσύνη; Κρίνετε με ευθύτητα, γιοι των ανθρώπων;
2Μάλιστα, στην καρδιά εργάζεστε αδικίες· στη γη μοιράζετε την αδικία των χεριών σας.
3Οι ασεβείς έχουν αποξενωθεί από τη μήτρα· αυτοί που μιλάνε το ψέμα έχουν πλανηθεί από την κοιλιά τής μητέρας τους.
4Έχουν φαρμάκι σαν το φαρμάκι τού φιδιού· είναι όμοιοι με την κουφή οχιά, που κλείνει τα αυτιά της·
5η οποία δεν θέλει να ακούσει τη φωνή των γοήτων, που γοητεύουν τόσο επιδέξια.
6Θεέ, σύντριψέ τους τα δόντια στο στόμα τους· Κύριε, κατασύντριψε τους κυνόδοντες των λιονταριών.
7Ας διαλυθούν σαν νερό, και ας ρεύσουν· θα ρίξει τα βέλη του, μέχρις ότου εξολοθρευτούν.
8Σαν σαλιγκάρι που διαλύεται, ας παρέλθουν· σαν εξάμβλωμα γυναίκας, ας μη δουν τον ήλιο.
9Πριν αυξηθούν τα αγκάθια σας, ώστε να γίνουν αγκαθωτοί θάμνοι, ζωντανούς, σαν μέσα σε οργή, θα τους αρπάξει με ανεμοστρόβιλο.
10Ο δίκαιος θα ευφρανθεί, όταν δει την εκδίκηση· θα νίψει τα πόδια του στο αίμα τού ασεβή.
11Και κάθε ένας θα λέει: Υπάρχει, στ' αλήθεια, καρπός για τον δίκαιο· υπάρχει, στ' αλήθεια, Θεός, που κρίνει επάνω στη γη.