1Μικτάμ τού Δαβίδ. ΦΥΛΑΞΕ με, Θεέ, επειδή έλπισα σε σένα.
2Εσύ, ψυχή μου, είπες στον Κύριο: Εσύ είσαι ο Κύριός μου· η αγαθότητά μου δεν εκτείνεται σε σένα·
3αλλά, στους αγίους, που βρίσκονται στη γη και στους εξαίρετους, στους οποίους είναι όλη μου η ευχαρίστηση.
4Οι πόνοι, εκείνων που τρέχουν πίσω από άλλους θεούς, θα πολλαπλασιαστούν· εγώ δεν θα προσφέρω τις δικές τους σπονδές αίματος, ούτε θα πάρω στα χείλη μου τα ονόματά τους.
5Ο Κύριος είναι η μερίδα τής κληρονομιάς μου και του ποτηριού μου· εσύ διατηρείς το κληρονομικό μου μερίδιο.
6Οι μερίδες μου έπεσαν σε τόπους τερπνούς· έλαβα ωραιότατη κληρονομιά.
7Θα ευλογώ τον Κύριο, που με νουθέτησε· ακόμα και σε καιρό νύχτας με διδάσκουν τα νεφρά μου.
8Είχα τον Κύριο πάντοτε μπροστά μου· επειδή, είναι στα δεξιά μου, για να μη σαλευτώ.
9Γι' αυτό, η καρδιά μου ευφράνθηκε και η γλώσσα μου αγαλλίασε· ακόμα και η σάρκα μου θα αναπαυθεί με ελπίδα.
10Επειδή, δεν θα εγκαταλείψεις την ψυχή μου στον άδη, ούτε θα αφήσεις τον Όσιό σου να δει φθορά.
11Μου φανέρωσες τον δρόμο της ζωής· χορτασμός ευφροσύνης είναι το πρόσωπό σου· τερπνότητες βρίσκονται στα δεξιά σου, παντοτινά.