1ΚΑΙ ο Ιώβ απάντησε, και είπε:
2Πόσο βοήθησες τον αδύνατο! Έσωσες τον ανίσχυρο βραχίονα!
3Πόσο συμβούλευσες τον άσοφο! Και έδειξες καθόλα τέλεια σύνεση!
4Σε ποιον ανήγγειλες τα λόγια; Και τίνος η πνοή βγήκε από σένα;
5Οι νεκροί τον τρέμουν κάτω από τα νερά, κι αυτοί που συγκατοικούν μαζί τους.
6Ο άδης είναι γυμνός μπροστά του, και η απώλεια δεν έχει σκέπασμα.
7Απλώνει τον βοριά επάνω στο κενό· κρεμάει τη γη επάνω στο μηδέν.
8Δεσμεύει τα νερά στα σύννεφά του· και το σύννεφο δεν σχίζεται από κάτω τους.
9Σκεπάζει το πρόσωπο του θρόνου του· απλώνει το σύννεφό του επάνω του.
10Περικύκλωσε τα νερά με όρια, μέχρι τη συντέλεια του φωτός και του σκοταδιού.
11Οι στύλοι τού ουρανού τρέμουν, και από την επιτίμησή του εξίστανται.
12Ταράζει τη θάλασσα με τη δύναμή του, και με τη σύνεσή του καταδαμάζει την υπερηφάνειά της.
13Με το πνεύμα του κόσμησε τους ουρανούς· το χέρι του σχημάτισε το συστρεφόμενο Φίδι.
14Να, αυτά είναι τα κράσπεδα των δρόμων του· αλλά, πόσο πολύ λίγο ακούμε γι' αυτόν; Και τη βροντή τής δύναμής του ποιος μπορεί να την εννοήσει;