1ΑΚΟΥ, Ισραήλ: Εσύ διαβαίνεις σήμερα τον Ιορδάνη, για να μπεις μέσα να κληρονομήσεις έθνη μεγαλύτερα και ισχυρότερα από σένα, πόλεις μεγάλες και περιτειχισμένες μέχρι τον ουρανό,
2λαό μεγάλον και ψηλόν στο ανάστημα, τους γιους των Ανακείμ, που γνωρίζεις, και άκουσες: Ποιος μπορεί να σταθεί μπροστά στους γιους τού Ανάκ;
3Γνώρισε, λοιπόν, σήμερα, ότι ο Κύριος ο Θεός σου είναι εκείνος που προπορεύεται μπροστά σου· είναι φωτιά που κατατρώει, αυτός θα τους εξολοθρεύσει, κι αυτός θα τους καταστρέψει από μπροστά σου· και θα τους διώξεις, και γρήγορα θα τους εξολοθρεύσεις, όπως
4Αφού ο Κύριος ο Θεός σου τους διώξει από μπροστά σου, μη πεις στην καρδιά σου, λέγοντας: Εξαιτίας της δικαιοσύνης μου ο Κύριος με έφερε να κληρονομήσω αυτή τη γη· αλλ' εξαιτίας της ασέβειας αυτών των εθνών ο Κύριος τα διώχνει από μπροστά σου.
5Όχι εξαιτίας της δικαιοσύνης σου, ούτε εξαιτίας της ευθύτητας της καρδιάς σου, μπαίνεις μέσα να κληρονομήσεις τη γη τους· αλλ' εξαιτίας της ασέβειας αυτών των εθνών ο Κύριος ο Θεός σου τα διώχνει από μπροστά σου, για να στερεώσει τον λόγο, που ο Κύριος ορ
6Γνώρισε, λοιπόν, ότι ο Κύριος ο Θεός σου δεν σου δίνει τη γη αυτή την αγαθή να την κληρονομήσεις εξαιτίας της δικαιοσύνης σου· επειδή, είσαι λαός σκληροτράχηλος.
7Να θυμάσαι, μη λησμονήσεις πόσο παρόργισες τον Κύριο τον Θεό σου στην έρημο· από την ημέρα που βγήκατε από τη γη τής Αιγύπτου, μέχρις ότου φτάσατε σε τούτο τον τόπο, πάντοτε στασιάσατε ενάντια στον Κύριο.
8Και στο Χωρήβ παροργίσατε τον Κύριο, και ο Κύριος θύμωσε εναντίον σας για να σας εξολοθρεύσει,
9όταν ανέβηκα στο βουνό για να πάρω τις πέτρινες πλάκες, τις πλάκες τής διαθήκης, την οποία ο Κύριος έκανε σε σας. Τότε έμεινα στο βουνό 40 ημέρες και 40 νύχτες· ψωμί δεν έφαγα και νερό δεν ήπια·
10και ο Κύριος μου έδωσε τις δύο πέτρινες πλάκες, γραμμένες με το δάχτυλο του Θεού· και επάνω σ' αυτές ήσαν γραμμένα όλα τα λόγια, που ο Κύριος μίλησε σε σας επάνω στο βουνό από το μέσον τής φωτιάς, την ημέρα τής σύναξης.
11Και στο τέλος των 40 ημερών και 40 νυχτών, ο Κύριος μου έδωσε τις δύο πέτρινες πλάκες, τις πλάκες τής διαθήκης.
12Και ο Κύριος μου είπε: Σήκω, κατέβα γρήγορα από εδώ· επειδή, ο λαός σου, που έβγαλες από την Αίγυπτο, ανόμησε· παρεξέκλιναν γρήγορα από τον δρόμο, που τους πρόσταξα· έκαναν για τον εαυτό τους χυτό είδωλο.
13Ο Κύριος μου είπε, ακόμα, τα εξής: Είδα αυτόν τον λαό, και δες, είναι λαός σκληροτράχηλος·
14άφησέ με, να τους εξολοθρεύσω, και να εξαλείψω το όνομά τους κάτω από τον ουρανό· και θα σε κάνω ένα έθνος δυνατότερο και μεγαλύτερο απ' αυτούς.
15Και επέστρεψα, και κατέβηκα από το βουνό, (και το βουνό καιγόταν με φωτιά), και οι δύο πλάκες τής διαθήκης ήσαν στα δυο μου χέρια·
16και είδα, και να, είχατε αμαρτήσει ενάντια στον Κύριο τον Θεό σας, κάνοντας για τον εαυτό σας χυτό μοσχάρι· είχατε παρεκκλίνει γρήγορα από τον δρόμο, που σας πρόσταξε ο Κύριος·
17και πιάνοντας τις δύο πλάκες, τις έρριξα από τα δυο μου χέρια, και τις σύντριψα μπροστά στα μάτια σας·
18και έπεσα μπροστά στον Κύριο, όπως και προηγούμενα, 40 ημέρες και 40 νύχτες· ψωμί δεν έφαγα, και νερό δεν ήπια, εξαιτίας όλων των αμαρτιών σας που αμαρτήσατε, πράττοντας πονηρά μπροστά στον Κύριο, ώστε να τον παροργίσετε·
19επειδή, φοβήθηκα πολύ εξαιτίας τού θυμού και της οργής, με την οποία ο Κύριος ήταν θυμωμένος εναντίον σας για να σας εξολοθρεύσει. Αλλ' ο Κύριος με εισάκουσε κι αυτή τη φορά.
20Και ο Κύριος ήταν υπερβολικά θυμωμένος ενάντια στον Ααρών, για να τον εξολοθρεύσει· και δεήθηκα και για τον Ααρών εκείνο τον καιρό.
21Και πήρα την αμαρτία σας, το μοσχάρι που κάνατε, και το κατέκαψα σε φωτιά, και το σύντριψα, και το καταλέπτυνα μέχρις ότου έγινε λεπτό σαν σκόνη· και έρριξα τη σκόνη του στον χείμαρρο, που κατέβαινε από το βουνό.
22Και στην Ταβερά, και στη Μασσά, και στην Κιβρώθ-αττααβά, παροργίσατε τον Κύριο.
23Και όταν ο Κύριος σας έστειλε από την Κάδης-βαρνή, λέγοντας: Ανεβείτε και κληρονομήστε τη γη, που σας έδωσα, τότε εσείς στασιάσατε ενάντια στην προσταγή τού Κυρίου τού Θεού σας, και δεν πιστέψατε σ' αυτόν ούτε εισακούσατε τη φωνή του.
24Πάντοτε στασιάσατε ενάντια στον Κύριο, από την ημέρα που σας γνώρισα.
25Και έπεσα μπροστά στον Κύριο 40 ημέρες και 40 νύχτες, όπως είχα προσπέσει και πριν· επειδή, ο Κύριος είπε να σας εξολοθρεύσει.
26Και δεήθηκα στον Κύριο, λέγοντας: Κύριε Θεέ, μη εξολοθρεύσεις τον λαό σου, και την κληρονομιά σου, που λύτρωσες με τη μεγαλοσύνη σου, που τον έβγαλες από την Αίγυπτο με κραταιό χέρι·
27θυμήσου τους δούλους σου, τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, και τον Ιακώβ· μη επιβλέψεις στη σκληρότητα του λαού αυτού ούτε στις ασέβειές τους ούτε στις αμαρτίες τους·
28μήπως οι κάτοικοι της γης, από την οποία μας έβγαλες, πουν: Επειδή ο Κύριος δεν μπορούσε να τους βάλει μέσα στη γη που τους υποσχέθηκε, και επειδή τους μισούσε, τους έβγαλε για να τους φονεύσει στην έρημο·
29αλλ' αυτοί είναι λαός σου, και κληρονομιά σου, που τους έβγαλες με τη μεγάλη σου δύναμη, και με τον απλωμένο βραχίονά σου.